Σαν σήμερα ο τραγικός θάνατος της Νατάσα Ρίτσαρντσον στο χιονισμένο καναδέζικο βουνό

Διαβάστε τις λεπτομέρειες

11 χρόνια πριν…

Η Νατάσα Ρίτσαρντσον είχε δώσει ραντεβού με τον θάνατο στις πλαγιές ενός χιονισμένου καναδέζικου βουνού.

Η σύζυγος του Ιρλανδού σταρ Λάιαμ Νίσον, βρήκε τραγικό θάνατο σαν σήμερα 18 Μαρτίου του 2009 σε ηλικία 45 ετών από επισκληρίδιο αιμάτωμα μετά από ατύχημα που είχε ενώ έκανε σκι στο Κεμπέκ του Καναδά.

Η αδικοχαμένη ηθοποιός και κόρη της Βανέσα Ρεντγκρέιβ, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Λένοξ Χιλ της Νέας Υόρκης. Ο Λίαμ Νίσον, δεν μπορεί να πιστέψει ακόμα ότι η σύζυγός του έχει φύγει από τη ζωή.

«Λένε ότι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να χάσει κανείς κάποιον που αγαπά. Κάποιον που γέρασες μαζί του και που παρακολουθούσες να μεγαλώνει κάθε μέρα. Κάποιον που σου έδειξε πώς να αγαπάς. Είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε κάποιον. Η σύζυγός μου πέθανε απροσδόκητα. Μου έδινε τόση χαρά. Ήταν τα πάντα μου. Αυτά τα 16 χρόνια που υπήρξα ο σύζυγός της μου έμαθε πώς να αγαπάω άνευ όρων. Πρέπει να σταματήσουμε και να είμαστε ευγνώμονες για τους συζύγους μας. Επειδή η ζωή είναι πολύ σύντομη. Περάστε χρόνο με τους συζύγους σας. Αντιμετωπίστε τους καλά, διότι, μια μέρα, όταν θα τους θέλετε δεν θα είναι πια εκεί. Αυτό που πραγματικά με έμαθε πάνω απ ‘όλα είναι, να ζω την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Επειδή μια μέρα θα είναι. Πάρτε ρίσκα και ζήστε τη ζωή. Πείτε σε αυτούς που αγαπάτε, ότι τους αγαπάτε κάθε μέρα. Μην θεωρείται την κάθε στιγμή δεδομένη. Τη ζωή αξίζει να τη ζεις!».

Η Νατάσα Ρίτσαρντσον γεννήθηκε το 1963 στο Λονδίνο. Οι γονείς της πήραν διαζύγιο όταν ήταν τριών ετών. Είναι γνωστό ότι ο πατέρας της Τόνι Ρίτσαρντσον, όπως άλλωστε και ο παππούς της Μάικλ Ρεντγκρέιβ, ήταν αμφιφυλόφιλος. Ο πατέρας της πέθανε το 1991 από ασθένεια σχετική με τον ιό του AIDS, σε ηλικία 63 ετών. Η Νατάσα Ρίτσαρντσον ωρίμασε, όπως έλεγε, γρήγορα και όταν αποφάσισε να σπουδάσει υποκριτική στο λονδρέζικο Central School of Speech and Drama προσπάθησε να αποσιωπήσει την καταγωγή της.

Η πορεία της στην υποκριτική είχε ξεκινήσει το 1968, όταν σε ηλικία τεσσάρων ετών, μαζί με την αδερφή της Τζόελι, επίσης γνωστή ηθοποιό σήμερα από το σίριαλ «Nip/Tuck», εμφανίστηκαν στην ταινία του πατέρα τους, «Η επέλαση της ελαφράς ταξιαρχίας». Αν και δεν έφτασε ποτέ το υποκριτικό ύψος της μητέρας της -πως θα μπορούσε άλλωστε, η Βανέσα Ρεντγκρέιβ είναι ιερό τέρας-  η Νατάσα Ρίτσαρντσον είχε μια αξιοσημείωτη πορεία σε θέατρο και σινεμά.

Από το 1985 είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον του κόσμου, με την ερμηνεία της στον «Γλάρο» του Τσέχοφ σε σκηνή του Λονδίνου στο πλευρό της μητέρας της. Η πρώτη σημαντική κινηματογραφική της εμφάνιση είχε γίνει δύο χρόνια νωρίτερα στη χαμηλού προϋπολογισμού ταινία «Every picture tells a story» του Τζέιμς Σκοτ.

Ακολούθησαν οι ταινίες: «Ενας μήνας στην εξοχή» (1987) του Πάτ Ο’ Κόνορ, «Πάτι» (για την Πάτι Χιρστ) του Πολ Σρέιντερ. Με τον ίδιο σκηνοθέτη συνεργάστηκε στην ταινία «Ξένοι στη Βενετία» σε σενάριο του Χάρολντ Πίντερ βασισμένο στο βιβλίο «The comfort of strangers» του Ιαν Μακ Γιούαν. Είχε ξεχωρίσει ακόμα στην ταινία του Ντίσνεϊ «Δίδυμοι μπελάδες», ενώ ιδιαίτερη ήταν η παρουσία της στην «Τελευταία νύχτα» του Λάγιος Κολτάι, δίπλα στη μητέρα της Βανέσα Ρεντγκρέιβ.

Στο θέατρο τα πήγαινε ακόμα καλύτερα. Το 1998 είχε αποσπάσει «Τόνι» για την ερμηνεία της Σάλι Μπόουλς στο μιούζικαλ «Καμπαρέ» του Μπρόντγουεϊ σε σκηνοθεσία Σαμ Μέντες, ενώ άλλοι σημαντικοί της θεατρικοί της ρόλοι ήταν η «Κυρά της θάλασσας» του Ιψεν σε σκηνοθεσία Τρέβορ Ναν και η Μπλανς Ντιμπουά στο «Λεωφορείον ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς. Λίγο πριν πεθάνει προετοίμαζε κοινή θεατρική εμφάνιση με τη μητέρα της στο Μπρόντγουεϊ στο μιούζικαλ «Μικρή νυχτερινή μουσική» του Στίβεν Σόντχαϊμ.

Το βάρος του οικογενειακού της ονόματος την απομάκρυνε κάποια στιγμή από το Λονδίνο. Δεν πήγε απλώς να ζήσει στη Νέα Υόρκη, αλλά πήρε και την αμερικανική υπηκοότητα. «Εχω μια διάσημη μητέρα, χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να το ξεπεράσω», έλεγε η ίδια. «Γι’ αυτό επέλεξα να ζήσω στη Νέα Υόρκη, μακριά από τις οικογενειακές αποσκευές. Οσο σκληρά κι αν δουλέψω στην Αγγλία με αντιμετωπίζουν, απλώς, ως μία Ρεντγκρέιβ».

Ο πρώτος σύζυγός της ήταν ο σκηνοθέτης Ρόμπερτ Φοξ. Με τον δεύτερο σύζυγό της, Λίαμ Νίσον παντρεύτηκαν το 1994. Είχαν γνωριστεί στα γυρίσματα της ταινίας «Νελ» της Τζόντι Φόστερ.

 

Επιμέλεια: Στέλιος Κεσίσογλου

 

i feel radio

www.ifeelradio.gr